αὐταρκείας

αὐταρκείᾱς , αὐτάρκεια
self-sufficiency
fem acc pl
αὐταρκείᾱς , αὐτάρκεια
self-sufficiency
fem gen sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Alexis (disambiguation) — Alexis can refer to:Infobox Given Name Revised name = Alexis imagesize= caption= pronunciation= gender =male meaning = region = origin = Greek related names = Alexius footnotes = *Several ancient writers: **Alexis, a Greek comic poet **Alexis, a… …   Wikipedia

  • Teles the Cynic — Teles ( el. Τέλης) of Megara, was a Cynic philosopher and teacher who lived c. 235 BCE. He wrote various discourses ( diatribes ), seven fragments of which were preserved by Stobaeus. The fragments are: #Περὶ τοῡ δοϰεῖν ϰαὶ τοῡ εἶναι On Seeming… …   Wikipedia

  • АЛЕКСИН —     АЛЕКСИН (Ἀλεξίνος) из Элиды (кон. 4 нач. 3 в. до н. э.), греческий философ, представитель Мегарской школы, один из преемников Евбулида. Диоген Лаэртий (D. L. II109), ссылаясь тГермиппа, сообщает, что А. переселился из Элиды в Олимпию, где… …   Античная философия

  • Teles (filósofo) — Teles (en griego: Τέλης), fue un filósfo y profesor Cínico que vivió en Atenas y Megara. Es conocido por escribir varios discursos (diatribas) que son los documetos más antiguos que se conocen sobre la diatriba cinico estoica, siete fragmentos de …   Wikipedia Español

  • αυτονομία — Όρος που χρησιμοποιείται κατά κανόνα ως συνώνυμος της αυτάρκειας και της μη εξάρτησης. Στα νομοθετικά κείμενα και στο λεξιλόγιο των πολιτικών συγγραφέων η λέξη α. δεν έχει ακριβολογημένη νομική έννοια και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τομείς… …   Dictionary of Greek

  • κοινωνία — Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε… …   Dictionary of Greek

  • κοινωνιά — Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε… …   Dictionary of Greek

  • οικονομία — Ο όρος, ελληνικός που έγινε παγκόσμιος, σημαίνει, στην πρώτη του έννοια, διαχείριση του οίκου· γενικότερα όμως ο. είναι σήμερα η επιστήμη που μελετά την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση του πλούτου και συγχρόνως τους νόμους που τις… …   Dictionary of Greek

  • Αντισθένης — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Αθηναίος φιλόσοφος (Αθήνα 444; – περ. 365 π.Χ.). Μαθητής του Γοργία αρχικά, προσελκύεται τελικά από την προσωπικότητα του Σωκράτη και εγκαταλείπει τον πρώτο δάσκαλό του με χλευασμούς. Μετά τον θάνατο του Σωκράτη,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.